Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Η νήσος Πεπάρηθος, η σημερινή Σκόπελος, ήταν ίσως η σημαντικότερη από «τάς πρό τñς Μαγνησίας νήσους», όπως ονομάζει τις Βόρειες Σποράδες ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του (ΙΧ, 5, 16). Τα αρχαιότερα μέχρι τώρα γνωστά ίχνη κατοίκησης της νήσου εντοπίζονται στη θέση «Στάφυλος» και ανάγονται στη μυκηναϊκή εποχή (16ος-14ος αι. π.Χ.). Εδώ ανασκάφηκε τάφος της ίδιας εποχής με κτερίσματα, όπως μια χρυσή λαβή ξίφους και ένας χάλκινος διπλούς πέλεκυς. Τα ευρήματα αυτά, αλλά και το τοπωνύμιο της περιοχής που διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες, παραπέμπουν στο μυθικό οικιστή της νήσου, το Στάφυλο, γιο του Διονύσου και της Αριάδνης και εγγονό του Μίνωα, και επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του Διόδωρου του Σικελιώτη (V, 79, 2) ότι ο Ραδάμανθυς δώρησε την Πεπάρηθο στον Πρίγκηπα της Κρήτης, της Θαλασσοκράτειρας της εποχής εκείνης. Μάλιστα το όνομα της η νήσος το οφείλει στον Πεπάρηθο, τον αδελφό του Σταφύλου.
Πατρίδα του Ολυμπιονίκη Άγνωνα (6ος αι. π.Χ.) και του ιστορικού Διοκλή (3ος αι. π.Χ.) η νήσος στα ιστορικά χρόνια ήταν «τρίπολις», σύμφωνα με το Σκύλακα τον Καρυανδέα (Περίπλους, 58), είχε δηλαδή τρεις πόλεις, σημαντικά ορατά ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα: της Πεπαρήθου στη θέση της σημερινής πόλης της Σκοπέλου, του Πανόρμου στη θέση του σημερινού ομώνυμου οικισμού και της Σελινούντος στη θέση του σημερινού οικισμού του Λουτρακίου Γλώσσας.
Η ομώνυμη της νήσου πόλη Πεπάρηθος, αποικία των Χαλκιδέων κατά την περίοδο του δεύτερου ελληνικού αποικισμού (8ος αι. π.Χ.), βρισκόταν στη θέση της σημερινής πόλης της Σκοπέλου που κατοικείται συνεχώς από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Κατά τους κλασικούς χρόνους (5ος και 4ος αι. π.Χ.) εντάσσεται στους κόλπους της Αθηναϊκής Συμμαχίας, όπως τεκμηριώνεται από επιγραφικές μαρτυρίες και φιλολογικές πηγές, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στη σημαντική πρόοδο και στην οικονομική της ευμάρεια, που αντικατοπτρίζεται στην κοπή αργυρών και χάλκινων νομισμάτων. Τον 5ο αι. π.Χ., στα πλαίσια της Α' Αθηναϊκής Συμμαχίας, η Πεπάρηθος συνεισφέρει στο κοινό ταμείο της Συμμαχίας τρία τάλαντα, ως η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της περιοχής, ενώ ή Ίκος (σημερινή Αλόννησος) συνεισφέρει χίλιες πεντακόσιες δραχμές και η Σκίαθος χίλιες δραχμές. Στους κλασικούς χρόνους η ακρόπολη της πόλης Πεπαρήθου ήταν οχυρωμένη με ισχυρότατο τείχος, μικρό τμήμα του οποίου σώζεται στη θέση «Κάστρο», στο ψηλότερο σημείο του οικισμού. Ο Θουκυδίδης (Ιστορίαι, ΙΙΙ, Ι. ΧΧΧΙΧ, 4) αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια σεισμού (426 π.Χ.) δημιουργήθηκε παλιρροϊκό κύμα και καταστράφηκε μέρος του τείχους της πόλης, το πρυτανείο της και λίγες οικίες. Ψηλότερα, στα δυτικά και βορειοδυτικά του «Κάστρου», στις θέσεις «Κανάκη Λάκκα» και «Ράχες - Αγ. Κωνσταντίνος», διατηρούνται τμήματα καλοκτισμένων αναλημματικών τοίχων που συγκρατούσαν τα άνδηρα, όπου πιθανόν βρισκόταν αντίστοιχα ο ναός της Αθηνάς, που μαρτυρείται από αρχαία επιγραφή, και ο ναός του Διονύσου, τη λατρεία του οποίου υποθέτουμε από τις παραστάσεις στα πεπαρηθιακά νομίσματα (σύμβολα του Διονύσου και σταφύλια), καθώς και άλλες ενδείξεις. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου η Πεπάρηθος, όπως και οι άλλες νήσοι, βρέθηκε για λίγα χρόνια στην κατοχή των Λακεδαιμονίων, αλλά ο Χαβρίας τις επανέφερε στη σφαίρα επιρροής των Αθηναίων για να ενταχθούν στη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία (Ψήφισμα Ναυσινίκου, 378/ 7 π.Χ.). Συνέπεια της στενής σχέσης των νήσων με τους Αθηναίους ήταν να εμπλακούν στη διαμάχη των τελευταίων με το Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, ο οποίος κατέλαβε την Αλόννησο (Δημοσθένης, VII, Περί Αλοννήσου, και XII, 1 2-1 5), πιθανότατα τη σημερινή νήσο Κυρα-Παναγιά. Τέλος, μετά την κατάληψη και της Πεπαρήθου, όλη η περιοχή περιήλθε στην κατοχή των Μακεδόνων. Κατά την ελληνιστική εποχή (3ος-1ος αι. π.Χ.) και τους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος-4ος αι. μ.Χ.) ή Πεπάρηθος, καθώς και οι άλλες νήσοι των Βορείων Σποράδων, αποτέλεσαν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων και περιέπεσαν σε παρακμή για να καταλήξουν σε πλήρη μαρασμό στο τέλος της αρχαιότητας. Γνώρισαν βέβαια και κάποιες περιόδους πρόσκαιρης ανάκαμψης και ευημερίας, ιδιαίτερα μετά το 42 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος Αντώνιος τις έδωσε και πάλι στους Αθηναίους μαζί με άλλες νήσους του Αιγαίου (Αππιανός, V, Ι, 7), οι οποίοι τις κράτησαν τουλάχιστον μέχρι το 2ο αι. μ.Χ. Κατά την εποχή της επικράτησης του Χριστιανισμού στον ελληνικό χώρο (4ος αι. μ.Χ.) τη νήσο λαμπρύνει ο πρώτος Επίσκοπος της και μάρτυρας Άγιος Ρηγίνος.
Η νήσος Πεπάρηθος βρισκόταν σε κομβικό σημείο των σημαντικών θαλάσσιων δρόμων που ήδη από την πρώιμη εποχή της ναυσιπλοΐας και των μυθικών εκστρατειών, της Αργοναυτικής και της Τρωικής, συνέδεαν τη Θεσσαλία με τη μικρά Ασία και τον Εύξεινο Πόντο, αλλά και το Νότιο με το Βόρειο Αιγαίο. Χάρη στην προνομιούχο γεωγραφική της θέση αναπτύχθηκε σε αξιόλογη ναυτική και εμπορική δύναμη και διέθετε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια στην περιοχή του Βορείου Αιγαίου που μνημονεύεται από αρχαίους συγγραφείς.
Όπως είναι φυσικό, το λιμάνι της, η μοναδική πύλη επικοινωνίας της με τον υπόλοιπο κόσμο, θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο σε όλη την ιστορική διαδρομή της πόλης της Πεπαρήθου, αλλά και ολόκληρης της νήσου, η οποία διέθετε, όπως φαίνεται, και σημαντικό εμπορικό και πολεμικό στόλο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες πολλών αρχαίων συγγραφέων. Οι Πεπαρήθιοι καραβοκύρηδες, οι «ναύκληροι», έπλεαν σ' όλη την Ανατολική Μεσόγειο και στον Εύξεινο Πόντο, ενώ οι πεπαρηθιακές τριήρεις συμπαρατάσσονταν στις ναυμαχίες μαζί με τις αττικές.
Φημισμένος στην αρχαιότητα ο πεπαρήθιος οίνος αποτελούσε το βασικό προϊόν του εξαγωγικού εμπορίου της νήσου, κυρίως προς τον Εύξεινο Πόντο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημοσθένη, αλλά και προς άλλες αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Την εύρωστη οικονομία της κατά την αρχαϊκή, την κλασική και την πρώιμη ελληνιστική εποχή την οφείλει η Πεπάρηθος χωρίς αμφιβολία στον οίνο της. Η οινοπαραγωγική δραστηριότητα των Πεπαρηθίων μαρτυρείται από αρκετούς αρχαίους συγγραφείς και τεκμηριώνεται από τα νομίσματα της, που έχουν παραστάσεις σταφυλιών. Πρόσφατα, η δραστηριότητα αυτή έχει επιβεβαιωθεί με τον εντοπισμό και την έρευνα τριών εκτεταμένων και πιθανότατα οργανωμένων αγροκτημάτων στις περιοχές του Σταφύλου, του Αγνώντα και του Πανόρμου. Ανάμεσα στις εγκαταστάσεις των αγροκτημάτων αυτών υπήρχαν εργαστήρια κατασκευής αμφορέων για τη μεταφορά του οίνου. Μετά από συστηματική μελέτη έχουν ταυτισθεί οι δυο κύριοι τύποι των τοπικών αμφορέων, πολυπληθή παραδείγματα των οποίων βρέθηκαν σε αρκετές πόλεις της βόρειας πλευράς του Ευξείνου Πόντου, επαληθεύοντας την πληροφορία του Δημοσθένη. Πεπαρηθιακοί αμφορείς αποτελούσαν μέρος του φορτίου του κλασικού ναυαγίου που ερευνήθηκε την περασμένη δεκαετία κοντά στη νήσο Περιστέρα στα ανατολικά της Αλοννήσου.
Αρχαία Σελινούς - Λουτράκι Γλώσσας Σκοπέλου
Αρχαία Σελινούς - Λουτράκι Γλώσσας Σκοπέλου