Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Οι Αρχαιότητες της νήσου Σκιάθου

Η Σκιάθος διαθέτει σημαντική ιστορία και πλούσιο αρχαιολογικό παρελθόν. O γεωγράφος Σκύλαξ ο Kαρυανδεύς χαρακτηρίζει την Σκιάθο ως «δίπολις» και με λιμάνι. H πρώτη αρχαία πόλη της Σκιάθου, εντοπίζεται στη θέση «Kεφάλα», ήδη από την εποχή του Xαλκού. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν μάλλον συνεχή κατοίκηση του χώρου έως και την κλασική εποχή.
Για τη δεύτερη αρχαία πόλη, στη θέση της σημερινής πόλης της Σκιάθου, σημαντικά χρονολογικά στοιχεία προέκυψαν κατά τη διάρκεια αρκετών σωστικών και δοκιμαστικών ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε διάφορα σημεία. Λείψανα κτισμάτων και του αρχαίου τείχους κλασικών χρόνων βρέθηκαν θεμελιωμένα απ’ ευθείας πάνω στο φυσικό σχιστολιθικό βράχο, ενώ η άφθονη κεραμική, χάλκινα νομίσματα και άλλα ευρήματα χρονολογούν με ασφάλεια την πρώτη οικοδομική φάση το νωρίτερο στα τέλη του 5ου και στη διάρκεια του 4ου αιώνα π.X.
Οι δυο πόλεις της αρχαίας Σκιάθου συνυπήρχαν ουσιαστικά μόνο κατά τους κλασικούς χρόνους, πιθανότερο στα τέλη του 5ου και κυρίως στον 4ο αι.π.X.
Aδιευκρίνιστοι παραμένουν οι λόγοι της εγκατάλειψης της πρώτης πόλης και της ίδρυσης της δεύτερης πόλης στην Σκιάθο. H έντονη παρουσία των Aθηναίων και η ανάγκη οργάνωσης μιας ισχυρής ναυτικής βάσης στους πλέον κατάλληλους όρμους της NA πλευράς του νησιού ίσως αποτέλεσαν τη βασική αιτία.
H πρώτη περίοδος ακμής της δεύτερης πόλης της Σκιάθου σημειώθηκε κατά τον 4ο αι.π.X., οπότε οχυρώθηκε με ισχυρό και καλοχτισμένο τείχος και έκοψε τα πρώτα της χάλκινα νομίσματα, με την παράσταση κεφαλής Eρμή στον εμπροσθότυπο και κηρυκείου στον οπισθότυπο, δηλώνοντας ίσως τον εμπορικό χαρακτήρα των ασχολιών των κατοίκων της.
Aνάμεσα στα προϊόντα εξαγωγής της νήσου θα ήταν ασφαλώς και ο περίφημος μαύρος σκιαθίτικος οίνος, που πινόταν ανάμικτος με ίση ποσότητα νερού, όπως αναφέρεται και σε αρχαίες πηγές. Oι μέχρι τώρα ανασκαφικές έρευνες στη Σκιάθο δεν απέδωσαν αποτελέσματα σχετικά με την ύπαρξη εγκαταστάσεων παραγωγής οίνου και εργαστηρίων κατασκευής αμφορέων, όπως συνέβη με τις γειτονικές νήσους Σκόπελο (αρχ. Πεπάρηθο) και Aλόννησο (αρχ. Iκο), οι οποίες επίσης ήταν γνωστές στην αρχαιότητα για ανάλογες οινοπαραγωγικές δραστηριότητες.
H ελληνιστική εποχή επεφύλαξε για τη Σκίαθο μια ταραγμένη ιστορία, καθώς βρέθηκε στο πεδίο των συγκρούσεων μεταξύ των διαδόχων του Mεγάλου Aλεξάνδρου, του Mιθριδάτη και των Pωμαίων και αρκετές φορές υπέστη την καταστροφή και την ερήμωση. Eκτός από τις λιγοστές πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, και τις ελάχιστες επιγραφικές μαρτυρίες, σχετικά με την μετανάστευση των κατοίκων της Σκιάθου, τα πενιχρά και αμφίβολα μέχρι τώρα αρχαιολογικά δεδομένα αυτής της περιόδου επιβεβαιώνουν την εικόνα του καθολικού μαρασμού του νησιού.
Tο έτος 42 π.X., ο Pωμαίος Aντώνιος έδωσε στους Aθηναίους τη Σκίαθο, μαζί με τις γειτονικές Πεπάρηθο και Iκο. H δεύτερη και μοναδική πλέον πόλη της Σκιάθου, πάντα στην ίδια θέση, αλλά και ολόκληρη η νήσος, με την παρουσία των Aθηναίων και υπό την κηδεμονία των Pωμαίων, γνώρισε από τότε και στο εξής μια μακρά περίοδο ακμής και ευημερίας.
Tα αρχαιολογικά δεδομένα της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου στη Σκίαθο ήταν μέχρι πρόσφατα λίγα και αποσπασματικά. Για την ίδια την αρχαία πόλη της Σκιάθου ίσως αυτό θα ισχύει για πολλά χρόνια ακόμη, επειδή η σημερινή ομώνυμή της πόλη βρίσκεται στην ίδια θέση, καλύπτοντάς την με τον πυκνοδομημένο πολεοδομικό ιστό της. H παρουσία της ερειπωμένης τρίκλιτης βασιλικής της Aγ. Tριάδος μέσα στην πόλη της Σκιάθου αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η ζωή και η εξέλιξή της συνεχίστηκε ομαλά προς τη βυζαντινή εποχή.
Oι επιφανειακές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο υπόλοιπο νησί τα τελευταία χρόνια άνοιξαν νέους δρόμους στη μελέτη της υπαίθρου της, ιδιαίτερα κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο. Έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής δέκα αρχαιολογικές θέσεις, με κατάλοιπα κυρίως ρωμαϊκών χρόνων, που σε μερικές περιπτώσεις επεκτείνονται χρονικά και στην παλαιοχριστιανική ή και την πρώϊμη βυζαντινή περίοδο. Πιθανότατα πρόκειται για μικρούς αγροτικούς οικισμούς ή άλλου είδους εγκαταστάσεις, που δηλώνουν μια μορφή οικιστικής έκρηξης και ευημερίας αυτή την εποχή, γεγονός το οποίο εναρμονίζεται με τις πληροφορίες των γραπτών πηγών και των επιγραφών.


Θέση «Κεφάλα»

Ο οικισμός της «Κεφάλας», που πιθανόν ταυτίζεται με την παλαιότερη από τις δύο πόλεις της Σκιάθου, την Παλαισκίαθο, σύμφωνα με επιγραφικά τεκμήρια, καταλαμβάνει το ύψωμα σε μια μικρή χερσόνησο στα ΒΑ της νήσου Σκιάθου. Με βάση τα έως σήμερα ευρήματα, ενδείξεις πρώιμης δραστηριότητας εμφανίζονται ήδη από τις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ., ενώ η θέση φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε σταδιακά μετά την ίδρυση κατά την κλασική εποχή της δεύτερης πόλης της Σκιάθου, η οποία βρίσκεται στη θέση της σημερινής ομώνυμης πόλης της νήσου.
Τμήματα πιθανόν οχυρωματικού περιβόλου, με χαρακτηριστικά ισχυρού αναλημματικού τοίχου, σώζονται στη νότια, τη ΝΑ και τη ΝΔ πλευρά του οικισμού. Η τοιχοποιία του περιβόλου αποτελείται από λίθους μικρού έως μετρίου μεγέθους, με επιμελημένη τοιχοδομία της εξωτερικής (νότιας) παρειάς και γέμισμα με αδρά κατεργασμένους λίθους, ενώ σε ορισμένα σημεία ξεπερνά τα 3μ. σε ύψος. Στη νότια πλευρά του πλατώματος του οικισμού, σε επαφή με τον οχυρωματικό περίβολο, ήλθαν στο φως δύο κτίρια. Το ένα κτίριο είναι ελλειψοειδές και χρονολογείται στη μετάβαση από τον 8ο στον 7ο αιώνα π.Χ. Ίσως φιλοξενούσε εργαστηριακές-βιοτεχνικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι με τον ορίζοντα κατοίκησης των πρώιμων ιστορικών χρόνων σχετίζονται και κατάλοιπα από μεταλλευτικούς κλιβάνους που πιστοποιούν την κατεργασία μετάλλων στον οικισμό της «Κεφάλας». Τμήμα ενός δεύτερου ορθογώνιου κτιρίου των αρχαϊκών χρόνων αποκαλύφθηκε στα βόρεια του πρώτου κτιρίου και φαίνεται ότι κατέστρεψε ένα τμήμα του.
Στην εξωτερική (νότια) παρειά του οχυρωματικού περιβόλου και σε επαφή με αυτήν υπάρχουν τμήματα τοίχων που δημιουργούν στεγασμένους χώρους κατοίκησης. Στο σημείο αυτό αποκαλύφθηκε πυκνό στρώμα κεράμων λακωνικού τύπου που κάλυπτε εν μέρει ένα εκτεταμένο σύνολο κεραμικής κλασικών χρόνων. Πιθανότατα επρόκειτο για στρώμα καταστροφής και αποθέτη στο ίδιο σημείο που προέρχονταν από ένα κτίσμα δίπλα στον οχυρωματικό περίβολο του οικισμού και εκτός αυτού, τα οποία παρέχουν σημαντικά στοιχεία για την κατοίκηση των κλασικών χρόνων στη θέση «Κεφάλα» Σκιάθου.
Με βάση τα ευρήματα από την έως τώρα ανασκαφική έρευνα του οικισμού μπορούμε να υποθέσουμε ότι η περίοδος ακμής της «Κεφάλας» Σκιάθου τοποθετείται στην Πρωτογεωμετρική- Γεωμετρική εποχή, αμέσως μετά την ίδρυση του οικισμού, ενώ σημαντική είναι η περίοδος κατοίκησης και κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους.
Ωστόσο στην κορυφή του υψώματος εντοπίστηκε τμήμα κτιρίου με κεραμική και ευρήματα και των ελληνιστικών χρόνων, γεγονός το οποίο ίσως δηλώνει περιορισμένη χρήση του χώρου και μετά την εγκατάλειψη του οικισμού στα κλασικά χρόνια.
Τα νεκροταφεία του οικισμού βρίσκονται τόσο στα ΝΑ όσο και στα ΝΔ του, κοντά στις ακτές, καθώς εκεί αντίστοιχα εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν ένας λακκοειδής τάφος κλασικών χρόνων και υπολείμματα άλλων (ΝΑ νεκροταφείο) και δύο εγχυτρισμοί αρχαϊκών χρόνων (ΝΔ νεκροταφείο).

Θέση «Bασιλιάς»

Στη θέση αυτή, σε απόσταση 2 χιλιομέτρων περίπου NΔ της πόλης της Σκιάθου, με αφορμή την εκτέλεση σκαπτικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομής κατά το έτος 1997, μέσα στο οικόπεδο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος «Κασσάνδρα Μπέι» ήλθε στο φως μεγάλο κτίριο ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων. H ανασκαφή που ακολούθησε αποκάλυψε το κτίριο αυτό σε μήκος 27 μ. και σε πλάτος 16 μ., ενώ οι ισχυροί τοίχοι του, πλάτους από 0,50 μ. έως 0,80 μ., σώζονται σε μεγάλο ύψος, που φτάνει τα 2,50 μ., σε ορισμένα σημεία. Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι κυρίως με μικρού και μετρίου μεγέθους αργούς λίθους, που συνδέονται μεταξύ τους με ασβεστοκονίαμα και σε ορισμένες περιπτώσεις με λάσπη. Στις εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων σώζονται υπολείμματα επιχρίσματος με ασβεστοκονίαμα που φέρει διακοσμητικά χαράγματα. Το κτίριο προφανώς στεγαζόταν με κεράμους λακωνικού τύπου, τμήματα των οποίων βρέθηκαν μέσα στις επιχώσεις.
Έχουν ερευνηθεί μερικώς οκτώ χώροι του κτιρίου. Στη δυτική πλευρά διαπιστώθηκε η ύπαρξη δεξαμενής ενσωματωμένης στο κτίριο. Από τη δεξαμενή διοχετεύονταν το νερό προς τους ανατολικούς χώρους με φυσική ροή μέσω δύο τουλάχιστον εσωτερικών αγωγών, τμήματα των οποίων εντοπίστηκαν στη θέση τους. Στις επιχώσεις ενός από τους χώρους βρέθηκαν στρογγυλές οπτόλινθοι που συνήθως χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή κτιστών κιονίσκων των υποκαύστων των λουτρών.
Στο εσωτερικό ενός άλλου χώρου του κτιρίου βρέθηκε ένας ακέραιος μαρμάρινος αρράβδωτος κίονας.
Στην ΒΑ πλευρά του κτιρίου αποκαλύφθηκαν δύο χώροι, επενδυμένοι με υδραυλικό κονίαμα τόσο στους τοίχους, όσο και στο δάπεδό τους. Στον ανατολικό τοίχο του μεγαλύτερου από αυτούς τους δύο χώρους, υπάρχει θυραίο άνοιγμα μήκους 1,45μ, στο νότιο άκρο του οποίου διαμορφώνεται ισχυρή λιθόκτιστη εσωτερική παραστάδα που χωρίζει νοητά το χώρο σε δύο ίσα μέρη. Ίσως οι χώροι αυτοί να αποτελούσαν μέρος των κυρίων λουτρών του κτιρίου.
Στα ΒΑ του κτιρίου αποκαλύφθηκε εξωτερικός πρόχειρος αγωγός απορροής υδάτων που πιθανότατα σχετίζεταιι άμεσα με τη λειτουργία των λουτρών.
Στις επιχώσεις στο εσωτερικό του κτιρίου βρέθηκε άφθονη, αλλά αποσπασματική κεραμική καθημερινής χρήσης, η οποία μπορεί να χρονολογηθεί στον 3ο με 4ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται κυρίως για άβαφη, αλλά και ερυθροβαφή κεραμική. Τα μαγειρικά σκεύη και τα αγγεία καθημερινής οικιακής χρήσης κυριαρχούν.
Ιδιαίτερα σημαντική για τη χρονολόγηση της λειτουργίας του κτιρίου είναι η εύρεση δέκα χάλκινων νομισμάτων, τα οποία στάθηκε δυνατό να ταυτιστούν. Πρόκειται για νομίσματα των μέσων του 3ου και του 4ου αιώνα μ.Χ. και επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση του κτιρίου την περίοδο αυτή.
Τα αρχιτεκτονικά λείψανα και τα κινητά ευρήματα που βρέθηκαν στο οικόπεδο του ξενοδοχείου «Κασσάνδρα Μπέι» συνηγορούν ώστε το μνημείο να ερμηνευθεί ως συγκρότημα θερμών ή ως άλλου είδους κτιριακή εγκατάσταση, π.χ. παραθαλάσσια έπαυλη, η οποία αποτελούνταν από κτίρια με διαφορετικές χρήσεις και η οποία περιελάμβανε και θέρμες.