Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Ο μικρότερος και αρχαιότερος από τους δύο σημαντικούς μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους που έχουν βρεθεί στο Διμήνι είναι ο λεγόμενος ''Λαμιόσπιτο''. Βρίσκεται 300 μ. δυτικά του λόφου με τα ερείπια του νεολιθικού οικισμού, κτισμένος σε επικλινή βουνοπλαγιά. Με βάση την αρχιτεκτονική του μορφή χρονολογείται στο 14ο αι. π.Χ. (ΥΕΙΙΙΑ2 περίοδος).
Το μνημείο ερευνήθηκε αρχικά το 1886 με πρωτοβουλία του τότε νομάρχη Μαγνησίας Ι. Κονδάκη και του γυμνασιάρχη Ε. Κούση, και με τη συνεργασία των αρχαιολόγων Π. Καββαδία, P. Wolter και H. Lolling.
Η πρόσβαση στον τάφο γινόταν μέσω ενός ελαφρώς κατηφορικού δρόμου, με μήκος 14,50 μ. και πλάτος 3,30 μ. Οι παρειές του δρόμου συγκρατούνται από λιθόκτιστους αναλημματικούς τοίχους πλάτους 1 μ., που συγκλίνουν ελαφρώς προς το στόμιο του τάφου και στη συμβολή τους με τη θόλο φθάνουν τα 5,70 μ. σε ύψος. Το τέλος του δρόμου, μετά την ταφή φρασσόταν με λιθόκτιστο τοίχο, πλάτους 2,00 μ. Η είσοδος στη θόλο γινόταν μέσω του στομίου (ύψους 3 μ., μήκους 2,20 μ. και πλάτους 1,90 μ.), που στενεύει εσωτερικά και καλύπτεται με τέσσερις μεγάλες πλάκες, που αποτελούν το υπέρθυρό του, επάνω από το οποίο υπήρχε το ανακουφιστικό τρίγωνο. Η θόλος, με διάμετρο 8,20 μ. και ύψος 8,10 μ., έχει κατασκευασθεί με το εκφορικό σύστημα, πιθανώς με τη χρήση ξυλοτύπων, τα ίχνη των οποίων δεν είναι ορατά. Είναι κτισμένη με μικρές ακανόνιστες ασβεστολιθικές πέτρες χωρίς συνδετικό υλικό, οι οποίες στη βάση της είναι ιδιαίτερα ενισχυμένες. Το δάπεδο έχει διαμορφωθεί με ισοπέδωση του ασβεστολιθικού βράχου. Το άνω τμήμα της θόλου έφρασσε μεγάλη στρογγυλή πλάκα, «το κλειδί», που είχε καταρρεύσει παλαιότερα στο δάπεδο και το οποίο πρόσφατα τοποθετήθηκε ξανά στη θέση του. Αν και ο τάφος βρέθηκε συλημένος, απέδωσε λίγα αλλά σπουδαία ευρήματα, κυρίως γυάλινα κοσμήματα, ελεφάντινα αντικείμενα και χάλκινα όπλα, τα οποία μεταφέρθηκαν και εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σύμφωνα με τους πρώτους ανασκαφείς του μνημείου, P. Wolter και H. Lolling, αμέσως δεξιά της εισόδου, στο εσωτερικό της θόλου, υπήρχε χαμηλό θρανίο, ύψους 0,55 μ. και πλάτους 0,50 μ. που περιέτρεχε τον τοίχο της θόλου και ήταν κτισμένο από πέντε σειρές ωμών πλίνθων. Το θρανίο αυτό δε σώζεται σήμερα ούτε υπάρχει σχέδιό του. Ο Χρ. Τσούντας θεωρούσε ότι η κατασκευή αυτή αποτελούσε χώρο εναπόθεσης του νεκρού και των κτερισμάτων. Κάτω από το θρανίο, κατά τον πρόσφατο καθαρισμό του δαπέδου, βρέθηκε ένα διπλό λάξευμα βάθους 0,60 μ. με διαμορφωμένο αναβαθμό, όπου είχαν ταφεί τέσσερα σκυλιά.
Στη ρωμαϊκή εποχή, στην κορυφή του τύμβου και σε επαφή με τη λιθοδομή της θόλου κατασκευάσθηκε μία ασβεστοκάμινος για τις ανάγκες του ρωμαϊκού αγωγού ύδρευσης, που μετέφερε νερό στην αρχαία Δημητριάδα. Η ασβεστοκάμινος αποκαλύφθηκε κατά τις  εργασίες στερέωσης της θόλου και επικαλύφθηκε με χώμα, αφού πρώτα έγιναν εργασίες στεγάνωσης. Είναι πιθανόν να ευθύνεται αυτή για τις φθορές του τάφου με τη διέλευση ομβρίων υδάτων στο χώρο της θόλου.
Το 1914 το μνημείο στερεώθηκε από τον Α. Αρβανιτόπουλο. Μια δεύτερη προσπάθεια στερέωσης του μνημείου έγινε το 1968 από τον Δ.Ρ. Θεοχάρη. Το 1996 στα πλαίσια του Β΄ Κ.Π.Σ.   έγιναν στερεωτικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ευστάθειας που παρουσίαζε το μνημείο, και κυρίως έγινε η επαναφορά της λιθοδομής στον ανατολικό τοίχο του δρόμου.
Έγινε η συμπλήρωση του διάκενου της οροφής και επανατοποθετήθηκε στη θέση της η πέτρα επιστέγασης της θόλου (κλειδί). Απoξηλώθηκαν οι εξωτερικές μεταγενέστερες λιθοδομές γύρω από την κορυφή της θόλου και στερεώθηκαν οι λίθοι εσωτερικά. Στο "στόμιο" του τάφου έγινε στερέωση του ρωγματομένου υπέρθυρου με μεταλλικό φορέα από ανοξείδωτο χάλυβα και αποκαταστάθηκε πλήρως το "ανακουφιστικό τρίγωνο". Εν συνεχεία απομακρύνθηκε ο λίθινος πεσσός από την είσοδο που είχε τοποθετηθεί το 1914 από τον Α. Αρβανιτόπουλο.

Στον ανατολικό τοίχο του δρόμου έγινε επαναφορά της λιθοδομής που παρουσίαζε παραμόρφωση απόκλισης 0,60μ. περίπου. Η επιτυχής επαναφορά έγινε     με υδραυλικό σύστημα ελεγχόμενης πίεσης και μετά την επαναφορά η λιθοδομή αρμολογήθηκε και κατασκευάστηκε σε απόσταση 0,50μ. τοίχος αντιστήριξης για να παραλαμβάνει στο εξής τις πιέσεις των γαιών. Μετά τις εργασίες στερέωσης και αφού το μνημείο κατέστη ασφαλές για τους επισκέπτες έγινε επισκέψιμο αφού πραγματοποιήθηκε η διαμόρφωση στον περιβάλλοντα χώρο.
Αρχαία Μνημεία Βυζαντινά Μνημεία