Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
«Κάστρο - Παλαιά»: ένα διαχρονικό εμπορικό θαλάσσιο κέντρο της Μεσογείου 5000 χρόνων
To "Κάστρο - Παλαιά" είναι λόφος ανθρωπογενής, σώζεται σε έκταση 250 στρεμμάτων και έχει ύψος 12,00 μ., λόγω της αδιάκοπης διαχρονικής κατοίκησής του από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα.  Αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα της πόλης του Βόλου, ταυτίστηκε από τους ερευνητές με την μυθική Ιωλκό, που σχετίζεται με την μυθολογική παράδοση των Κενταύρων, του Ιάσονα, της Μήδειας και της ναυπήγησης της Αργούς, του πρώτου πλοίου στην ανθρώπινη ιστορία με όνομα.  Η θέση βρίσκεται στην πιο σημαντική θαλάσσια έξοδο του μεγαλύτερου σιτοβολώνα της Ελλάδας, της θεσσαλικής πεδιάδας. Λόγω της γεωπολιτικής της θέσης συνδέεται με τις πανελλήνιες εκστρατείες, την Αργοναυτική και Τρωική, για τον έλεγχο των εμπορικών θαλάσσιων δρόμων και των μετάλλων, στον Ελλήσποντο, στην Μαύρη θάλασσα και σε όλη τη Μεσόγειο. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως οργανωμένο οικισμό της εποχής του Χαλκού (3.000 - 1100 π. Χ.), που θεωρείται ως το βορειότερο διοικητικό και εμπορικό κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου (1600 - 1100 π. Χ). Στην εποχή του Σιδήρου ( 10ος - 8ος αιώνας π. Χ.) παραμένει ακμαίος οικισμός και κατά τους αρχαϊκούς (7ος και 6ος αι. π. Χ.) και κλασσικούς χρόνους (5ος και 4ος αι. π. Χ.) τοποθετείται εδώ η πόλη της αρχαίας Ιωλκού με οργανωμένο νεκροταφείο 1900 στρεμμάτων προς τα βόρεια και δυτικά του λόφου. Στα νομίσματα που έκοψε η πόλις κατά τον 4ο αι. π. Χ εικονίζεται πλοίο, σημαντικό σύμβολο της χιλιετούς ναυτικής της δύναμης και η πολιούχος θεά Ιωλκία  Άρτεμις,  της οποίας ο ναός δωρικού ρυθμού αποκαλύφθηκε στη θέση της σύγχρονης εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων. Στις αρχές του 3ου αι. π. Χ. αποτελεί Δήμο της αρχαίας πόλης Δημητριάδας και κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους συμμετέχει στο Κοινό των Μαγνήτων, αποτελεί εκτεταμένο οικισμό με κτίρια, λουτρά, υδραγωγείο, χώρους λατρείας και εξειδικευμένα εργαστήρια. Μνημειακά διαχρονικά σύνολα αναπτύσσονται διάσπαρτα σε όλο το χώρο του Κάστρου και γύρω από αυτόν, όπως και τα  διατηρητέα Νεότερα Μνημεία, ο Σιδηροδρομικός Σταθμός με το Μουσείο του, το Πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα με το Μουσείο του, χάνια με τις αποθήκες τους και εμπορικά μαγαζιά παραδοσιακών επαγγελμάτων.

Ο Βόλος / Ιωλκός ως το βορειότερο διοικητικό και εμπορικό κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου
Ο οικισμός «Κάστρο- Παλαιά» εντάσσεται στην «Ιωλκίτιδα» ακτή, που χαρακτηρίζεται από έντονες γεωμορφολογικές αλλαγές, λόγω της τεκτονικής δραστηριότητας, και της απόθεσης φερτού υλικού από τους χειμάρρους Ξεριά, Κραυσίδωνα και Άναυρο. Είναι η μόνη αδιάκοπα κατοικημένη - από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π. Χ. μέχρι και σήμερα - θέση στον κόλπο του Παγασητικού, με τα εκτεταμένα νεκροταφεία της. Ταυτίζεται από τους περισσότερους μελετητές με την Ιωλκό,  σημαντικό κέντρο της Ύστερης εποχής του Χαλκού (1600 - 1100 π. Χ.). Τα δύο θραύσματα πήλινων φυλλόσχημων πινακίδων Γραμμικής Β γραφής που εντοπίστηκαν στον οικισμό, πιστοποιούν  την ύπαρξη ενός αρχείου, δηλαδή μίας ενεργής και εγγράμματης διοικητικής αρχής, και βεβαιώνουν την ταύτιση του οικισμού του «Κάστρου-Παλαιών» με ένα μυκηναϊκό διοικητικό κέντρο, πιθανώς ανακτορικό. Οι πινακίδες αυτές ομοιάζουν με τα αντίστοιχα αρχεία της Κνωσού και της Πύλου και πιστοποιούν την ύπαρξη μιας και μοναδικής «σχολής γραφέων» της Γραμμικής Β γραφής, στην οποία όλοι «οι γραφείς» - διοικητικοί υπάλληλοι μάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Η διοικητική και πολιτική αυτή ομοιομορφία αντανακλά την ομοσπονδιακή ενότητα απ’άκρη σ’άκρη του μυκηναϊκού κόσμου, από την Θεσσαλία έως και την Κρήτη, όπως την παρουσιάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα.  Έτσι λοιπόν, η θέση αυτή θεωρείται ως το βορειότερο διοικητικό και εμπορικό κέντρο του μυκηναϊκού κόσμου με αρχείο πινακίδων γραμμικής Β γραφής και με υποδομή ανακτορικών προδιαγραφών, με επαφές με την Αίγινα, την Αργολίδα, την Κρήτη, την Κύπρο, τις ακτές της Συρο-Παλαιστίνης και την Μαύρη θάλασσα. Οι έρευνες των Δημήτρη και Μαρίας Θεοχάρη την δεκαετία του 1950 έφεραν στο φως κτίρια του οικιστικού ιστού και εργαστήρια κατασκευής μετάλλινων αντικειμένων. Οι μεταλλουργοί της εποχής δεν χρησιμοποιούσαν έτοιμο κράμα  μπρούντζου, αλλά το παρασκεύαζαν επιτόπου με χαλκό από το Λαύριο, την Κύπρο και Βουλγαρία και κασσίτερο που προέρχονταν κατευθείαν από την πηγή. Επίσης αποκάλυψαν τμήμα διώροφου κτιριακού συγκροτήματος μήκους 40,00 μ., με ασβεστοκονιαμένους τοίχους, τοιχογραφίες με μπλε και κόκκινο χρώμα, ασβεστοκονιαμένα δάπεδα, αυλή και αποθέτες με «εκατοντάδες» κύλικες, οικοσκευή συμποσίων με μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων. Κάποιοι λιθόκτιστοι τοίχοι του διώροφου κτιρίου είναι κατασκευασμένοι με ξύλινο σκελετό από οριζόντια και κατακόρυφα πλαίσια για την αντισεισμική του θωράκιση, τεχνική που χρησιμοποιείται σε ανάκτορα και πολυτελή κτίρια του κρητομυκηναϊκού κόσμου, όπως στην Κνωσό, Φαιστό, Μάλια, Πύλο, Μυκήνες, Τίρυνθα, Θήβα και αλλού. Οι ανασκαφείς με βάση τα μορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά του κτιρίου το ερμήνευσαν ως το «Ανάκτορο» της Ιωλκού. Κατασκευάσθηκε κατά το 1.400 π. Χ. περίπου και καταστράφηκε στα 1.200 π. Χ. περίπου, την ίδια εποχή κατά την οποία χρονολογούνται οι καταστροφές των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Θήβας και της Πύλου.

Το κάστρο των Παλαιών
Το κάστρο των Παλαιών βρίσκεται στη δυτική είσοδο της σύγχρονης πόλης του Βόλου και καταλαμβάνει έκταση 60 περίπου στρεμμάτων. Ο οχυρωματικός περίβολος έχει σχήμα τετράπλευρο και ενισχύεται στα ευθεία τμήματα ανά τακτά διαστήματα με τετράπλευρους και στις δύο νότιες γωνίες με κυκλικούς πύργους. Τα τείχη σώζονταν έως το 1889, οπότε κατεδαφίστηκε μεγάλο τμήμα τους. Σήμερα διατηρούνται η ανατολική και δυτική πλευρά σε ύψος έως 7 μ., ενώ μεγάλα τμήματα έχουν αποκαλυφθεί σε σωστικές ανασκαφικές έρευνες. Κατά τις ανασκαφές επίσης έχουν έλθει στο φως ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ψηφιδωτά δάπεδα, ερείπια δύο λουτρών, νεκροταφεία και ποικίλα οικιστικά κατάλοιπα. Σύμφωνα με τις έως τώρα μελέτες, στον οικισμό, ο οποίος τειχίστηκε από τον Ιουστινιανό και βρίσκεται στη θέση της αρχαίας Ιωλκού, μετοίκησαν οι κάτοικοι της γειτονικής Δημητριάδας λόγω του φόβου των επιδρομών κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.