Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Νεολιθικός οικισμός στη θέση «Θερμοκήπια»

Η λίμνη Κάρλα ή «Βοιβηίς», όπως αναφέρεται συχνά στις αρχαίες πηγές, βρίσκονταν στο νοτιοανατολικό άκρο της Θεσσαλικής πεδιάδας και αποτελούσε ένας από τους σημαντικότερους υγροβιότοπους της Ελλάδας. Η αποξήρανση της το 1962 είχε καταστροφικές περιβαλλοντικές συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή. Το 1999 ξεκίνησε η ανασύσταση ενός νέου Ταμιευτήρα, έκτασης 4.200 στρεμμάτων, στο νοτιοανατολικό τμήμα της παλιάς λίμνης. Στο πλαίσιο του έργου αυτού, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες, οι οποίες έφεραν στο φως αρκετούς παράκτιους οικισμούς, φορείς μιας ιδιαίτερης τοπικής κουλτούρας με ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
Μία σημαντική αρχαιολογική θέση ερευνήθηκε από την ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων σε μία πεδινή περιοχή 3χλμ. νοτιοανατολικά του χωριού «Κανάλια», γνωστή ως «Θερμοκήπια - Τσιγγενίνα». Η θέση εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών για την κατασκευή του Συλλεκτήρα 6, που θα διοχέτευε τη νέα λίμνη με νερό και ερευνήθηκε κατά διαστήματα από το 2001 έως το 2015. Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν τη συνεχή κατοίκησή της από τη Νεολιθική περίοδο έως την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Όσον αφορά τη Νεολιθική περίοδο, η αποκάλυψη ενός ορθογώνιου, μονόχωρου κτιρίου με περίβολο και διάφορων αποσπασματικών τοίχων και άλλων κατασκευών υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός μικρού οικισμού (Εικ.1).
Το ορθογώνιο κτίριο ήταν κατασκευασμένο με λίθινα θεμέλια, τα οποία διατηρήθηκαν έως 1,00 μ., και πλίνθινη ανωδομή. Ένα ξεχωριστό αρχιτεκτονικό στοιχείο ήταν τα αποτυπώματα οριζόντιων ξύλινων δοκαριών που εντοπίστηκαν στον ανατολικό τοίχο του κτιρίου, τα οποία διασφάλιζαν τη σταθερότητα της κατασκευής (Εικ.2). Στο δάπεδο του δωματίου βρέθηκαν μία πήλινη εστία με υπολείμματα στάχτης και μία πεταλόσχημη, λίθινη κατασκευή, που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτική θήκη (Εικ.3). Στα βόρεια του κτιρίου, εξωτερικά της εισόδου του κτιρίου, κατασκευάστηκε σε μία μεταγενέστερη φάση ένας ιδιαίτερα φαρδύς περίβολος, μέγιστου ύψους 1,50μ., οριοθετώντας μία μεγάλη υπαίθρια, κυκλική αυλή που αποτέλεσε τμήμα της οικιστικής μονάδας.
Τα ευρήματα από το κτιριακό σύνολο ήταν αγγεία διακοσμημένα και καθημερινής χρήσης (επιτραπέζια, μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη), εργαλεία από οψιανό, πυριτόλιθο και λειασμένο λίθο (μαχαίρια, δρεπάνια, πέλεκεις, αξίνες), αντικείμενα υφαντουργίας (σφονδύλια και πηνία), καθώς και βιοαρχαιολογικά κατάλοιπα (οστά ζώων).
Ανασκάφτηκε, επίσης, νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, με τάφους κιβωτιόσχημους, οι οποίοι περιείχαν νεκρούς τοποθετημένους σε συνεσταλμένη στάση, χωρίς κτερίσματα. Ακόμη, ερευνήθηκε ένας εκτεταμένος οικισμός της Μέσης Εποχής Χαλκού και εντοπίστηκαν και ορισμένα τεκμήρια κατοίκησης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, όπως ένας μικρός θολωτός τάφος με πολλαπλές ταφές και κτερίσματα (Εικ.4), ένα κτίριο και ένας κλίβανος.
Η Μέση Εποχή του Χαλκού αποδείχθηκε η πιο σημαντική περίοδος του οικισμού, καθώς αποκαλύφθηκαν επτά επιμήκη κτίρια, που χρονολογήθηκαν στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. Ήταν ομοιόμορφα προσανατολισμένα, κατασκευασμένα με λίθινα θεμέλια, πλίνθινη ανωδομή και ξύλινη οροφή και αποτελούνταν από διαδοχικά δωμάτια, διαταγμένα αξονικά (Εικ.5). Ανάμεσα στα κτίρια, τα οποία άνηκαν σε ξεχωριστά νοικοκυριά, εντοπίστηκαν δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι με ταφές ενηλίκων ενώ τρεις παιδικοί τάφοι βρέθηκαν κάτω από τα πήλινα δάπεδα των σπιτιών.
Το κτιριακό σύνολο Ζ-Θ εξυπηρετούσε ένα ιδιαίτερο νοικοκυριό, το οποίο χρονολογήθηκε στην μετάβαση από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1700-1600 π.Χ.). Είναι το μεγαλύτερο που έχει αποκαλυφτεί στον οικισμό, με συνολική επιφάνεια κάλυψης περίπου 280τ.μ. και προήλθε από τη συνένωση δύο αρχικά ανεξάρτητων κτιρίων, ενός ορθογώνιου και ενός προγενέστερου αψιδωτού που είχε εγκαταλειφθεί. Η μεταγενέστερη προσθήκη ενός περιβόλου, που οριοθέτησε μία ορθογώνια αυλή στα βόρεια, ολοκλήρωσε τη σύνθετη μορφή του κτιριακού συνόλου (Εικ.6). 
Το τρίχωρο ορθογώνιο κτίριο αποτελούσε το βασικό χώρο διαμονής. Η πρόσβαση στο κτίριο επιτυγχάνονταν από μία είσοδο με προθάλαμο που βρίσκονταν στη στενή δυτική πλευρά. Στο κεντρικό μεγαλύτερο δωμάτιο βρέθηκαν διάφορες κατασκευές-μία κυκλική εστία, λίθινα θρανία και ράφια κατά μήκος των εσωτερικών τοίχων και λίθινες και πήλινες θήκες-οι οποίες εξυπηρετούσαν ποικίλες δραστηριότητες. Το ανατολικό μικρό δωμάτιο πιθανότατα λειτουργούσε ως αποθήκη, όπως υποδηλώνουν τα μεγάλα πιθάρια και τα άλλα αποθηκευτικά αγγεία.
Με βάση τα ευρήματα, παρόμοιες δραστηριότητες αποθήκευσης εξυπηρετούσαν και οι άλλες δύο μονάδες του κτιριακού συνόλου. Μάλιστα, στο κεντρικό δωμάτιο του αψιδωτού κτιρίου κτίστηκε μία ιδιόμορφη, ορθογώνια κατασκευή, οριοθετημένη από μικρούς τοίχους παράλληλους για την τακτοποίηση αποθηκευτικών αγγείων. Αντίθετα, ο αψιδωτός θάλαμος θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως “μαγειρείο”, με δεδομένη την εύρεση υπολειμμάτων στάχτης σε συνδυασμό με μαγειρικά σκεύη.
Όσον αφορά το φορητό εξοπλισμό που βρέθηκε στα δάπεδα των σπιτιών, 30 ακέραια αγγεία, αντιπροσωπευτικά τμήματα άλλων 100 αγγείων καθώς και 5000 περίπου όστρακα, είτε από μονόχρωμα, λεπτότεχνα επιτραπέζια σκεύη (Εικ.7-8) είτε από άβαφα, χονδροειδή, αποθηκευτικά και μαγειρικά σκεύη (Εικ.9), σε συνδυασμό με τα λίθινα εργαλεία και τα πήλινα υφαντουργικά σύνεργα, αποτελούν ένα εντυπωσιακό σύνολο.  Τα αντικείμενα αυτά αναδεικνύουν τις καθημερινές δραστηριότητες των ανθρώπων κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού και επιβεβαιώνουν την ένταξη του οικισμού στην κουλτούρα της θεσσαλικής πεδιάδας.
Οι παραπάνω αρχαιότητες, μετά την ανασκαφική έρευνα και τεκμηρίωση, καταχώθηκαν, δεδομένης της ανάγκης κατασκευής του Συλλεκτήρα 6. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το κτιριακό σύνολο Ζ-Θ, το οποίο αποσπάστηκε από την κοίτη του Συλλεκτήρα (Εικ.10) και μεταφέρθηκε σε νέα θέση, ώστε να παραμένει ορατό και εύκολα προσβάσιμο.