Το τοπωνύμιο «Άλος» παραδίδεται από τον ομηρικό Κατάλογο των Νεών και τους μεταγενέστερους συγγραφείς. Το εθνικό «Αλεύς» μαρτυρείται από το Δημοσθένη και από τις επιγραφές σε νομίσματα του 4ου και 3ου αι. π.Χ., ενώ και οι παραλλαγές «Αλούσιος» και «Άλιος» παραδίδονται από ύστερα κείμενα. Η Άλος των κλασικών χρόνων ονομάζεται «πόλις» από το Δημοσθένη και η θέση της προσδιορίζεται στην Αχαΐα, σε παραθαλάσσια τοποθεσία. Ο Ηρόδοτος αναφέρει την ύπαρξη ιερού του Δία Λαφύστιου. Ο Στράβων ονομάζει την πόλη «ο Άλος», αλλά και «Άλος Αχαϊκή».
Σύμφωνα με τη μυθική διήγηση, ιδρυτής της Άλου ήταν ο θρυλικός Αθάμας, του οποίου τα παιδιά, Φρίξος και Έλλη, απεικονίζονται στα χάλκινα νομίσματα της πόλης να ταξιδεύουν πάνω στο χρυσόμαλλο κριάρι για το υπερπόντιο ταξίδι τους στη Μαύρη Θάλασσα, ώστε να γλυτώσουν από τον αφανισμό τους.
Η ακριβής θέση της κλασικής πόλης της Άλου δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, ενώ έχει προταθεί η ταύτισή της με τα αποσπασματικά ερείπια που εντοπίστηκαν στη Μαγούλα Πλατανιώτικη, στη δημοτική ενότητα Πλατάνου του Δήμου Αλμυρού.
Κατά τη διάρκεια των κλασικών χρόνων η Άλος πολιορκήθηκε από τον Παρμενίωνα το 347 π.Χ. και παραδόθηκε στους Φαρσάλιους. Στη συνέχεια, η Άλος ξαναχτίστηκε στα ελληνιστικά χρόνια, περίπου το 302 π.Χ. Η θέση της εντοπίστηκε, στη θέση «Κεφάλωση», στο νότιο τμήμα της πεδιάδας του Αλμυρού, ανάμεσα στις χαμηλές υπώρειες του όρους Όθρυς και τη θάλασσα του Παγασητικού κόλπου, σε μία στενή λωρίδα γης, από τους περιηγητές του 19ου αι. που βασίστηκαν στις περιγραφές του Στράβωνα.
Η θέση της Άλου στην αρχαιότητα ήταν πολύ σημαντική, καθώς είχε τον έλεγχο του δρόμου επικοινωνίας μεταξύ του βόρειου και του νότιου ελλαδικού χώρου, ενώ δίπλα της ανέβρυζαν οι πλούσιες πηγές του Άμφρυσου ποταμού. Η ίδρυσή της σχετιζόταν με τις στρατιωτικές δραστηριότητες των Μακεδόνων βασιλέων Δημητρίου Πολιορκητή και Κασσάνδρου στην περιοχή της Μαγνησίας.
Πρόσφατα, με αφορμή την πραγματοποίηση μεγάλων δημόσιων έργων στην περιοχή, οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως νέα και ενδιαφέροντα στοιχεία, που πιστοποιούν τη συνεχή κατοίκηση του χώρου από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ως τη Γεωμετρική Εποχή, αλλά και κατά την αρχαϊκή περίοδο και αργότερα στα ελληνιστικά χρόνια. Η εικόνα της κοινωνίας αυτής, με την τόσο μακραίωνη ιστορία, προς το παρόν διαφαίνεται κυρίως από τα νεκροταφεία και δευτερευόντως από τα οικιστικά κατάλοιπα. Λείψανα οικισμού, που χρονολογείται από τον 9ο έως τον 8ο αι. π.Χ., έχουν βεβαιωθεί στο χώρο της ελληνιστικής Άλου, όπου αποκαλύφθηκαν τμήματα αψιδωτών κτηρίων με αποθηκευτικό χώρο, αλλά και ταφές παιδιών εντός των τειχών (intra muros). Η έκταση των νεκροταφείων, το πλήθος των τάφων και οι διαφορετικές πρακτικές λατρείας των νεκρών με ταφές-ενταφιασμούς, αλλά και ταφές-καύσεις, είναι το πιο νέο στοιχείο που εμφανίζεται και κυριαρχεί εδώ στον 9ο αι. π.Χ. Από τα μέχρι τώρα δεδομένα των ερευνών φαίνεται ότι ο οικισμός έχει να επιδείξει μια σημαντική πολιτιστική συνέχεια και εξέλιξη, δεν γνωρίζουμε, όμως, ποιο ήταν το όνομά του.
Από την έρευνα στα σπίτια της πόλης και από τα περισυλλεγέντα νομίσματα φαίνεται, μέχρι στιγμής, ότι η Άλος εγκαταλείφθηκε γύρω στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. πιθανόν μετά από καταστροφικό σεισμό, που πρέπει να συνέβη το 265 π.Χ. Συνέχισε, όμως, να κατοικείται έως το 2ο αι. π.Χ. από λίγους κατοίκους, που περιορίσθηκαν σε πρόχειρα κατασκευασμένες οικίες ή σε μικρούς χώρους γύρω από τις κεντρικές πύλες των τειχών.
Από τα κινητά ευρήματα που έχουν περισυλλεγεί φαίνεται ότι οι κάτοικοί της Άλου πρέπει να ασχολούνταν κυρίως με την καλλιέργεια της γης, την κτηνοτροφία και την αλιεία και λιγότερο με το κυνήγι. Τα χάλκινα και αργυρά νομίσματα, που χρονολογούνται από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. έως και το 2ο αι. π.Χ., δείχνουν ότι η πόλη είχε επαφές με περιοχές της Θεσσαλίας, τη γειτονική Εύβοια και τη Φθιώτιδα, αλλά και τη Μακεδονία, όμως η διάρκεια ζωής της ήταν εξαιρετικά σύντομη.
Tα λείψανα της οχύρωσης αλλά και των οικιών της πόλης παρέμειναν ορατά στην πεδιάδα και στο γειτονικό λόφο και είχαν περιγραφεί από πολλούς περιηγητές, ωστόσο, τα περισσότερα σπίτια καταστράφηκαν από την καλλιέργεια των εδαφών και τη χρησιμοποίηση του οικοδομικού τους υλικού από τους κατοίκους της περιοχής.
Στο δυτικότερο σημείο της οχύρωσης της πόλης, διακρίνονται ερείπια οχυρωμένης ακρόπολης βυζαντινών χρόνων, μήκους 380μ. και πλάτους 125μ., με τείχη που σώζονται σε μήκος 900μ.
Η συστηματική έρευνα στο χώρο ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας και το Ολλανδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Η πρώτη φάση των ερευνών στην Άλο, το 1976-1990, έγινε από το Ολλανδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και είχε ως στόχο την τοπογράφηση των ερειπίων της πόλης (οχυρώσεις και πολεοδομικός ιστός) και την ανασκαφική έρευνα πέντε ελληνιστικών οικιών. Στη δεύτερη φάση, το διάστημα 1990-2003, η έρευνα επικεντρώθηκε στην αποκάλυψη της νοτιοανατολικής κεντρικής πύλης της οχύρωσης, όπου διαπιστώθηκε η χρήση της και μετά την εγκατάλειψη της πόλης στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. Το ίδιο διάστημα, ανασκαφές σε περιοχές έξω από τα τείχη έφεραν στο φως τμήματα από τα νεκροταφεία της πόλης.
Το τείχος της Άλου
Βουλοκαλύβα

Επίσης, στη γειτονική περιοχή της Βουλοκαλύβας, 5χλμ. ανατολικά του χωριού Πλάτανος και βόρεια της Άλου, ήρθαν στο φως ταφικοί τύμβοι με ταφές/καύσεις νεκρών που χρονολογούνται στην Εποχή του Σιδήρου, η ύπαρξη των οποίων ήταν ήδη γνωστή από το 1912, όταν οι Wace και Thompson εντόπισαν τύμβους και έσκαψαν 16 λάκκους με πυρές νεκρών 54. Αργότερα, οι νεότερες έρευνες της ΙΓ΄ ΕΠΚΑ
(σήμερα ονομάζεται Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας) εντόπισαν 40 ταφικούς τύμβους της Εποχής του Σιδήρου, που απλώνονται σε μια έκταση 1,5χλμ. προς βορρά, σε συνέχεια του νεκροταφείου με τους ενταφιασμούς των νεκρών, και οι οποίοι προφανώς σχετίζονται με τα αψιδωτά κτίρια της ίδιας εποχής που αποκαλύφθηκαν στη θέση «Κεφάλωση». Συγκεκριμένα ερευνήθηκαν ανασκαφικά δύο τύμβοι με εντυπωσιακά κτερίσματα (σιδερένια, όπλα, εργαλεία και κοσμήματα).
Ένα χιλιόμετρο νότια της Άλου αποκαλύφθηκε, στη θέση Αγριελιά Πλατάνου, ένα άλλο νεκροταφείο πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων (10ος-9ος αι. π.Χ.) με λακκοειδείς τάφους, με λίθινο περίβολο και αποθέτης προσφορών της μυκηναϊκής περιόδου, που πιστοποιεί τη μακροχρόνια κατοίκηση της ευρύτερης περιοχής της Άλου από την Ύστερη Εποχή Χαλκού μέχρι την ελληνιστική περίοδο.
Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Το τείχος της Άλου
Επίσκεψη στο χώρο - Πληροφορίες