Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Διμήνι. Αεροφωτογραφία του λόφου με τα ερείπια των νεολιθικών χρόνων. Διμήνι. Αεροφωτογραφία του Νεολιθικού οικισμού.
Διμήνι. Αεροφωτογραφία του λόφου με τα ερείπια των νεολιθικών χρόνων. Διμήνι. Αεροφωτογραφία του Νεολιθικού οικισμού.
Διμήνι. Αγγείο με γραπτή διακόσμηση Νεότερης Νεολιθικής. (Εθνικό Αρχαιολογκό Μουσείο-Αθήνα) Διμήνι. Αεροφωτογραφία του Νεολιθικού οικισμού.
Διμήνι. Αγγείο με γραπτή διακόσμηση Νεότερης Νεολιθικής. (Εθνικό Αρχαιολογκό Μουσείο-Αθήνα) Διμήνι. Αεροφωτογραφία του Νεολιθικού οικισμού.
Επίσκεψη στο χώρο - Πληροφορίες
ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΔΙΜΗΝΙΟΥ
Ο Νεολιθικός οικισμός του Διμηνίου βρίσκεται πάνω σε χαμηλό λόφο, σε απόσταση 3 χιλ. από το Βόλο, στις βορειοδυτικές παρυφές το σημερινού χωριού Διμήνι. Ανασκαφές στον οικισμό έγιναν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα από τους αρχαιολόγους Β. Στάη και Χρ. Τσούντα (1901 - 1903) και συνεχίστηκαν αργότερα (1974 - 1977) από τον καθηγητή Γ. Χουρμουζιάδη.
Tο Διμήνι κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεότερη Νεολιθική (αρχές της 5ης χιλιετίας) και τα αρχιτεκτονικά λείψανα που εκτείνονται πάνω στο λόφο μας δίνουν την εικόνα ενός οργανωμένου νεολιθικού οικισμού που παρουσιάζει ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο: τους έξι λιθόκτιστους περιβόλους, που κατασκευάστηκαν γύρω από τον οικισμό κατά ζεύγη. Τα σπίτια βρίσκονται γύρω από την κεντρική αυλή ή στο χώρο που δημιουργείται ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων, είναι μεγάλα και έχουν βοηθητικά παράπλευρα κτίσματα που αφήνουν ανάμεσα τους αστέγαστο χώρο για κοινόχρηστη αυλή.
Στα ευρήματα των ανασκαφών περιλαμβάνονται λίθινα και οστέινα εργαλεία, ειδώλια και κοσμήματα, καθώς επίσης και άφθονη κεραμική, γραπτή και εγχάρακτη που αποτελεί το αποκορύφωμα της νεολιθικής κεραμικής τέχνης.
Στην αρχή της 3ης χιλιετίας ο οικισμός εγκαταλείπεται και μόνο το «μέγαρο» της κεντρικής αυλής, ήταν σε χρήση από μία μεγάλη γεωργοκτηνοτροφική οικογένεια, ενώ στη 2η χιλιετία ο λόφος χρησιμοποιείται ως νεκροταφείο.
ΠΕΡΙΒΟΛΟΙ
Ο νεολιθικός οικισμός του Διμηνίου χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός μοναδικού αρχιτεκτονικού σχεδίου. Πρόκειται για έξι ομόκεντρους, σχεδόν κυκλικούς τοίχους κατασκευασμένους από μικρές σχιστολιθικές πέτρες που περιβάλλουν ανά ζεύγη όλο το λόφο. Οι περίβολοι έχουν αρκετό πλάτος (μεγαλύτερο του 1 μέτρου) και σώζονται σε ικανό ύψος (1-2 μέτρα). Πάνω στους περιβόλους "ακουμπούν" οι κατοικίες. Σε τέσσερα σημεία οι περίβολοι τέμνονται από μακρόστενους διαδρόμους που κατέληγαν στην κεντρική αυλή.
Ο πρώτος ανασκαφέας Χρ. Τσούντας, με βάση τα δεδομένα εκείνης της εποχής, υποστήριξε ότι οι περίβολοι αποτελούσαν ένα σύστημα αμυντικών τειχών που προστάτευαν τον οικισμό και κυρίως «το μέγαρο» της κεντρικής αυλής, όπου βρίσκονταν η κατοικία του άρχοντα του οικισμού.
Ο Γ. Χουρμουζιάδης ξανάρχισε το 1974 τις έρευνες πάνω στο λόφο με σκοπό τον επαναπροσδιορισμό της λειτουργία τους και πρότεινε να ερμηνευθούν οι περίβολοι ως καθαρά χωροταξικά στοιχεία του οικισμού, ανατρέποντας την προηγούμενη άποψη ότι επρόκειτο για οχυρωμένη νεολιθική Ακρόπολη. Κατά την άποψή του ήταν ένας τέλεια οργανωμένος αγροτικός οικισμός όπου είχε αναπτυχθεί ένα υποδειγματικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο βασίζονταν σε μεικτή γεωργοκτηνοτροφική οικονομία. Αποτέλεσμα των αναγκών της αναπτυγμένης αυτής κοινωνίας ήταν η οργάνωση του χώρου σε τέσσερα οικιστικά σύνολα, κάθε ένα από τα οποία περιλάμβανε ένα μεγάλο κτίριο και έναν αριθμό από μικρότερους αποθηκευτικούς ή τροφοπαρασκευαστικούς χώρους, όπως και χώρους εργασίας. Έτσι οι περίβολοι εξυπηρετούσαν την ανάγκη να υποστηρίζουν τα σπίτια του οικισμού και να οργανώνουν τον διαθέσιμο ελεύθερο χώρο πάνω στο βραχώδες έδαφος του λόφου και δεν εξυπηρετούσαν την ανάγκη της άμυνας του άρχοντα που κατοικούσε στο «Μέγαρο» της Κεντρικής αυλής.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΥΛΗ
Η Κεντρική αυλή αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού και ορίζεται από δύο ομόκεντρους, σχεδόν κυκλικούς λίθινους περιβόλους που αποτελούν τους δύο πρώτους από τους έξι συνολικά περιβόλους του Διμηνίου. Η πρόσβαση στην κεντρική αυλή εξασφαλιζόταν από τους τέσσερις διαδρόμους που είναι ακτινωτά διατεταγμένοι προς την κεντρική αυλή και παράλληλα χωρίζουν τον οικισμό σε τέσσερις περιοχές ("γειτονιές") που βρίσκονται γύρω από την κεντρική αυλή σε χαμηλότερο επίπεδο.
Περιμετρικά της κεντρικής αυλής οργανώνονται 14 μονόχωρα κτίρια που αποτελούσαν τις κατοικίες των νεολιθικών ανθρώπων. Εξαίρεση αποτελεί το "μέγαρο" που κτίστηκε στη βόρεια πλευρά της κεντρικής αυλής.
Η Κεντρική αυλή είναι ένα σημείο αναφοράς, με βάση το οποίο αναπτύσσεται η πολεοδομική οργάνωση του οικισμού, αλλά και ένας χώρος που η χρήση και η λειτουργία του καθορίζεται από την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων των ατόμων του οικισμού.
Την περίοδο της Χαλκοκρατίας ενοποιείται ως προς τη χρήση και τη λειτουργία της και παίρνει τη σημερινή της μορφή, καθώς δύο από τους διαδρόμους πρόσβασης κλείνουν, ενώ με την προσθήκη ενός βοηθητικού χώρου το κτίριο 13 μετατράπηκε στο κτίριο που ονομάστηκε από τον Τσούντα «μέγαρο».

«ΜΕΓΑΡΟ» ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΥΛΗΣ
Στα βόρεια της Κεντρικής αυλής, πάνω στην κορυφή του λόφου αναπτύσσεται ένα μεγάλο "Μέγαρο", ένα κτίριο δηλαδή που δεν είναι μονόχωρο, αλλά αποτελείται από δύο μεγάλα δωμάτια και ένα χώρο μπροστά από τα δωμάτια, που δημιουργείται από δύο παραστάδες και αποτελούν προέκταση των μακριών πλευρών του κτιρίου.
Από μία είσοδο, που βρίσκεται στα νότια, εισέρχεται κανείς στο πρώτο μεγάλο δωμάτιο και από εκεί με μία δεύτερη είσοδο οδηγείται στο δεύτερο δωμάτιο, όπου διακρίνεται μία λίθινη πεταλοειδής κατασκευή που χρησίμευε ως «εστία» του «Μεγάρου». Ο βόρειος τοίχος του «Μεγάρου» είναι ο πρώτος περίβολος πάνω στον οποίο ακούμπησε το «Μέγαρο» της Κεντρικής αυλής.Σύμφωνα με τον πρώτο ανασκαφέα του οικισμού, τον Χρ. Τσούντα, το «Μέγαρο» της Κεντρικής αυλής αποτελούσε την κατοικία του άρχοντα του νεολιθικού οικισμού και γι’ αυτό βρίσκονταν στην κορυφή του λόφου και προστατεύονταν από το σύστημα των έξι περιβόλων.
Ο επαναπροσδιορισμός της λειτουργίας του «Μεγάρου» και η χρονολόγησή του, αποτέλεσε έναν από τους στόχους του της έρευνας του δεύτερου ανασκαφέα του Γ. Χουρμουζιάδη που το χρονολόγησε αργότερα στην Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία) και θεώρησε ότι αποτελούσε την κατοικία μίας μεγάλης γεωργοκτηνοτροφικής οικογένειας και όχι την κατοικία του άρχοντα.
Εξάλλου παραδείγματα παρόμοιων μεγάρων σε οικισμούς της Νεότερης Νεολιθικής έχουν ανασκαφεί στο Σέσκλο, στη Μαγούλα Βισβίκη στο Βελεστίνο και στην Αγία Σοφία στη Λάρισα. Έτσι η χρήση ενός μεγάλου Μεγάρου σε οικισμούς της Τελικής Νεολιθικής περιόδου φαίνεται ότι αποτελούσε μία συνήθη πρακτική των νεολιθικών κατοίκων.
ΟΙΚΙΑ Ν
Η οικία Ν είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα σπίτια του νεολιθικού οικισμού Διμηνίου. Αποτελείται από ένα μεγάλο μονόχωρο δωμάτιο με είσοδο στα ανατολικά. Οι μικρές διαφορές των θεμελίων κατά μήκος των μακριών πλευρών του κτιρίου, καθώς και τα τρία διαφορετικά επίπεδα στα οποία σώζονται τρεις διαφορετικές εστίες, δείχνουν ότι η οικία αυτή ανακαινίστηκε τρεις τουλάχιστον φορές.

ΟΙΚΙΑ Κ
Ένα από τα πιο καλά διατηρημένα κτίσματα είναι η Οικία Κ, στην είσοδο του νεολιθικού οικισμού. Είναι μία οικία μεγάλη, με καλοκτισμένους χώρους που αποτελείται από δύο δωμάτια και εφάπτεται στο δεύτερο περίβολο. Η εστία της ήταν αρχικά τετράγωνη όμως στη συνέχεια ανακαινίστηκε και αντικαταστάθηκε από μία πεταλόσχημη, η οποία εδράζεται ακριβώς πάνω στην προηγούμενη.
Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της οικίας είναι οι εξωτερικές αντηρίδες που στηρίζουν τους νότιους τοίχους. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι στον περίβολο που είναι ένας χώρος δημόσιος, οι κάτοικοι της οικίας έχουν οριοθετήσει με μία σειρά από όρθιες πέτρες την αυλή τους. Διαπιστώνουμε έτσι μία έννοια ιδιοκτησίας χώρου, κάτι που βεβαίως δεν αποδεικνύεται αλλά ωστόσο οι ενδείξεις είναι ισχυρές.
Μέσα στην Οικία Κ βρέθηκε μεγάλος αριθμός από πήλινα σφονδύλια που χρησιμοποιούνταν στην επεξεργασία και κατεργασία του μαλλιού για την δημιουργία ενδυμάτων και τα οποία μαρτυρούν μία δευτερογενή εκμετάλλευση των ζώων. Έχουν βρεθεί επίσης μεγάλες οστέινες βελόνες που χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για το ράψιμο υφασμάτων και δερμάτων.

ΚΛΙΒΑΝΟΣ ΚΕΡΑΜΙΚΩΝ
Εύρημα σπάνιο για τη νεολιθική περίοδο είναι ο κεραμικός κλίβανος. Το θεμέλιο του κλιβάνου είναι λίθινο και ένα μέρος της ανωδομής του που ήταν κατασκευασμένο από ωμό πηλό, σώζονταν την περίοδο της ανασκαφής. Πιθανώς επρόκειτο για έναν σχεδόν κλειστό κλίβανο, κάτι που δείχνει ότι ο κάτοικος του νεολιθικού οικισμού είχε τη δυνατότητα να ελέγξει την θερμοκρασία γι’ αυτό και μπορούσε να επιτυγχάνει τόσο καλό ψήσιμο των κεραμικών που κατασκεύαζε.
Η προετοιμασία του πηλού για την κατασκευή των αγγείων καθώς και η κατασκευή του αγγείου γινόταν με τα χέρια χωρίς μηχανική βοήθεια εφ’ όσον η χρήση του κεραμικού τροχού δεν ήταν ακόμη γνωστή και ψήνονταν, σύμφωνα με τους ειδικούς, σε θερμοκρασίες που δεν υπερέβαιναν τους 850 - 900 οC γιατί δεν υπήρχαν κλίβανοι κλεισμένοι μέχρι επάνω.
Πιθανώς υπήρχε μια οικογένεια ή μια ομάδα εξειδικευμένων τεχνιτών, που κατασκευάζαν εγχάρακτα κεραμικά αγγεία, δηλαδή αγγεία στα οποία πριν ψηθούν, όταν ακόμη ο πηλός είναι ωμός, χαράσσεται με ένα αιχμηρό εργαλείο ένα διακοσμητικό θέμα. Γενικότερα σ’ αυτή την περιοχή του οικισμού έχουν βρεθεί πολλά όστρακα αγγείων και ίσως θα μπορούσαμε να πούμε για μία γειτονιά εξειδικευμένων αγγειοπλαστών.
Πολλά από αυτά τα εγχάρακτα αγγεία αλλά και τα γραπτά, δηλαδή διακοσμημένη κεραμική, αν και είναι χειροποίητα, είναι εκπληκτικής κατασκευής με λεπτά τοιχώματα. Πέρα δε από τη χρηστική τους αξία έχουν και αξία ανταλλακτική. Το πιο σημαντικό όμως, ίσως είναι το γεγονός ότι σηματοδοτούν μία πρόοδο στην ανθρώπινη σκέψη και στο τρόπο θεώρησης του πεδίου. Τα διακοσμητικά μοτίβα οργανώνουν το χώρο σε επίπεδα και δίνουν ένα βάθος πεδίου κάτι που δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα διακοσμητικό εύρημα.

ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΥΣΤΕΡΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΧΑΛΚΟΥ
Οι ανασκαφικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στο Διμήνι από το 1977 και μετά από την Β. Αδρύμη - Σισμάνη έδειξαν ότι το Διμήνι δεν εγκαταλείφθηκε στο τέλος της Νεότερης Νεολιθικής, αλλά κατοικήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεχώς και μέχρι το τέλος της Χαλκοκρατίας. Στα μέσα του 15ου αι. π.Χ.  χτίστηκαν οι πρώτες μυκηναϊκές οικίες οι οποίες διαδέχτηκαν παλαιότερα μεσοελλαδικά μέγαρα. Οι οικίες χτίστηκαν δεξιά και αριστερά από ένα φαρδύ δρόμο και όλος ο οικισμός απλώνεται σε μία έκταση μεγαλύτερη από 100 στρέμματα.
Στο κέντρο του οικισμού ερευνήθηκε ένα μεγάλο συγκρότημα που αποτελείται από δύο μεγάλα μέγαρα που πλαισιώνονται από άλλα μικρότερα κτήρια και συνδέονται με μία εσωτερική αυλή. Το Μέγαρο Α' αποτελείται από δύο πτέρυγες δωματίων που συνδέονται μεταξύ τους με διάδρομο. Στη βόρεια πτέρυγα βρίσκονται οι κύριοι χώροι διαμονής, ενώ στη νότια πτέρυγα οι βοηθητικοί και εργαστηριακοί χώροι. Σε έναν από αυτούς αποκαλύφθηκε λίθινο σταθμίο με τρία εγχάρακτα σύμβολα Γραμμικής Β γραφής, ενώ στο διάδρομο βρέθηκαν λίθινες μήτρες και άλλα εργαλεία που σχετίζονται με τη μεταλλουργία. Οι τοίχοι του Μεγάρου Α σώζονται αρκετά καλά, σε ικανό ύψος και είναι επιχρισμένοι, όπως και τα δάπεδα, με λευκό ασβεστοκονίαμα. Προς τα βόρεια και προς τα νότια του κτηρίου αναπτύσσονται δύο ανεξάρτητες πτέρυγες αποθηκών. Το Μέγαρο Α καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε από τους ενοίκους του στο τέλος του 13ου αι. - αρχές του 12ου αι. π.Χ. Το ''Μέγαρο Β'' και περιλάμβανε επίσης δύο πτέρυγες δωματίων που χωρίζονταν από διάδρομο. Και αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς από ισχυρή πυρκαγιά στο τέλος του 13ου αι. - αρχές 12ου αι. π.Χ. Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με επάλειψη πηλού που διατηρήθηκε άριστα σε ορισμένα σημεία λόγω της φωτιάς, ενώ το δάπεδό του ήταν κατασκευασμένο από παχύ στρώμα πηλού με ενίσχυση από ασβέστη και χαλίκια. Στις αποθήκες του βρέθηκε μεγάλη ποσότητα κεραμικής και απανθρακωμένα βοτανικά κατάλοιπα, ενώ στον πρόδομο αποκαλύφθηκε ένας πήλινος υπερυψωμένος βωμός.
Στους άνακτες τoυ οικισμού μπορούν σήμερα να αποδοθούν χωρίς καμιά αμφιβολία οι δύο επιβλητικοί θολωτοί τάφοι (Λαμιόσπιτο και Τούμπα) που βρέθηκαν στο Διμήνι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Στο 14ο και 13ο αι. π.Χ. η ο μυκηναϊκός οικισμός Διμηνίου οργανώθηκε και έφθασε στη μεγαλύτερη ακμής του, ενώ στο 12ο αι. π.Χ. ο οικισμός καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους και η θέση ξανακατοικήθηκε στα νεότερα χρόνια.

ΘΟΛΩΤΟΣ ΤΑΦΟΣ «ΛΑΜΙΟΣΠΙΤΟ»
Ο μικρότερος και αρχαιότερος από τους δύο σημαντικούς μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους που έχουν βρεθεί στο Διμήνι είναι ο λεγόμενος ''Λαμιόσπιτο''. Βρίσκεται 300 μ. δυτικά του λόφου με τα ερείπια του νεολιθικού οικισμού, κτισμένος σε επικλινή βουνοπλαγιά. Με βάση την αρχιτεκτονική του μορφή χρονολογείται στο 14ο αι. π.Χ. (ΥΕΙΙΙΑ2 περίοδος).

ΘΟΛΩΤΟΣ ΤΑΦΟΣ «ΤΟΥΜΠΑ»
Ο θολωτός τάφος «Τούμπα» βρίσκεται στο Διμήνι, στις δυτικές παρυφές του λόφου με τα γνωστό νεολιθικό οικισμό.