Copyright 2016 - ΥΠΠΟΑ / Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας
Δημιουργία - Επιμέλεια Ιστοχώρου: Βασίλης Καραχρήστος, Msc Αρχαιολόγος - Ιστορικός
Ο ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται νότια του οικισμού Κανάλια, στην ανατολική όχθη της άλλοτε λίμνης Κάρλας ή Βοιβηίδας, η επαναδημιουργία της οποίας άρχισε το 1999. Είναι κτισμένος πάνω σε τεχνητό έξαρμα με ίχνη κατοίκησης της νεότερης νεολιθικής. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση λιθοπλίνθων και αρχιτεκτονικών μελών από παλαιοχριστιανική βασιλική στους τοίχους του ναού. Έρευνα στα θεμέλια έδειξε την ύπαρξη βυζαντινού νεκροταφείου. Δεν αποκλείεται να αποτελούσε καθολικό μονής, πιθανόν της μονής του Αγίου Γεωργίου, που σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες υπήρχε στην περιοχή.
Ο ναός είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος με τρίπλευρη αψίδα Ιερού, ορθογώνιο καμαροσκεπή νάρθηκα και μεταγενέστερο εξωνάρθηκα. Η είσοδος βρίσκεται στον δυτικό τοίχο, ενώ δύο δευτερεύουσες ανοίγονται ανά μία στον βόρειο και νότιο. Η τελευταία οδηγεί απευθείας στον κυρίως ναό, ενώ του βορείου τοίχου, που οδηγούσε στο νάρθηκα, είναι φραγμένη. Το εσωτερικό φωτιζόταν από τρία δίλοβα παράθυρα, ένα μεγάλο και σύνθετο στην αψίδα και δύο μικρότερα στη νότια πλευρά. Το δυτικό, που αντιστοιχεί στο νάρθηκα, είναι πλήρως φραγμένο. Η τοιχοποιία ακολουθεί το ελεύθερο πλινθοπερίκλειστο σύστημα με πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Η ανέγερση του ναού χρονολογείται στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αι., ενώ επισκευές έγιναν κατά τον 17ο και 18ο αι. Η ερείπωση του κτιρίου πιθανόν οφείλεται σε σεισμό κατά τη διάρκεια του 20ου αι.
Το εσωτερικό καλύπτεται από τρία επάλληλα ζωγραφικά στρώματα. Το αρχικό στρώμα χρονολογείται στο β' μισό του 13ου αι. και διατηρείται μόνο στο χώρο του Ιερού Βήματος. Στην αψίδα κυριαρχεί η παράσταση της Παναγίας Βλαχερνίτισσας, στο κάτω μέρος απεικονίζονται τέσσερις ιεράρχες, στην κόγχη της πρόθεσης ο Άγιος Στέφανος, και αριστερά, στο ανατολικό άκρο του βορείου τοίχου, η παράσταση του Μελισμού.
Η δεύτερη φάση τοιχογράφησης ανάγεται στις αρχές του 17ου αι. και διατηρείται στον νάρθηκα. Στον ανατολικό τοίχο παρατίθενται ως εικόνες τέμπλου οι μορφές του Χριστού, του Ιωάννη του Προδρόμου, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Στον δυτικό τοίχο απεικονίζονται η Αγία Παρασκευή, η Αγία Αναστασία, αδιάγνωστη αγία και η Αγία Αικατερίνη. Στα ανώτερα μέρη των τοίχων εκτυλίσσεται η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας.
Η τρίτη και τελευταία φάση της τοιχογράφησης διακοσμεί τον κυρίως ναό και ανάγεται στον 18ο αι., πιθανόν το 1744, σύμφωνα με επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο. Ο διάκοσμος διατάσσεται σε τέσσερις ζώνες. Στην κατώτερη ζώνη απεικονίζονται ολόσωμοι άγιοι, στην επόμενη μετάλλια με μορφές αγίων και στις δύο ανώτερες ζώνες σκηνές από τον βίο του Χριστού και του Αγίου Νικολάου.
Το μνημείο για πολλά χρόνια διατηρούνταν σε κακή κατάσταση, χωρίς στέγη, παρουσιάζοντας σοβαρά στατικά προβλήματα. Οι τοίχοι διατηρούνταν μέχρι το ύψος της γένεσης των καμαρών, ενώ ο βόρειος παρουσίαζε σημαντική απόκλιση και κινδύνευε με κατάρρευση. Το 1967 αντιστηρίχτηκε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης ο βόρειος τοίχος και ο ναός καλύφθηκε με πρόχειρη στέγη. Μέτρα για την προστασία του έλαβε και η 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κατά τη δεκαετία του 1990, με την τοποθέτηση στεγάστρου και την στερέωση της ζωγραφικής επιφάνειας με γάζες, ενώ το 2005 συντάχτηκε μελέτη συντήρησης των τοιχογραφιών.
                                                                                                                                                                                                                                                              
Αρχαία Μνημεία Βυζαντινά Μνημεία